φύσεις

φύσεις
φύσις
origin
fem nom/voc pl (attic epic)
φύσις
origin
fem nom/acc pl (attic)
φύ̱σεις , φύω
bring forth
aor subj act 2nd sg (epic)
φύ̱σεις , φύω
bring forth
fut ind act 2nd sg
φύζω
aor subj act 2nd sg (epic)
φύζω
fut ind act 2nd sg
φύ̱σεις , φυσάω
blow
imperf ind act 2nd sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • φύσεις — αἱ, Α βλ. φύση …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Καλφ, Βίλεμ — (WillemKalf, Ρότερνταμ 1619 – Άμστερνταμ 1693). Ολλανδός ζωγράφος. Αρχικά εργάστηκε στη Γαλλία και από το 1653 στο Άμστερνταμ. Υπήρξε μαθητής του Χέντρικ Ποτ στο Χάρλεμ, αλλά αργότερα ακολούθησε τη σχολή που αντιπροσώπευαν ο Βαν Γκόγιεν, ο Πίτερ… …   Dictionary of Greek

  • ВСЕЛЕНСКИЙ IV СОБОР — [Халкидонский]. Источники Деяния Собора известны в неск. редакциях на греч. и лат. языках. Еще до открытия Собора документы, имевшие отношение к делу Евтихия (деяния К польского (448) и Эфесского (449) Соборов, переписка и др.), были переведены… …   Православная энциклопедия

  • ЕВЛОГИЙ I — († 13.02.607/8), свт. (пам. 13 февр.), патриарх Александрийский (580 607/8), богослов, полемист. Жизнь Свт. Евлогий I, патриарх Александрийский. Миниатюра из Минология Василия II. 976 1025 гг. (Vat. gr. 1613. P. 397) Свт. Евлогий I, патриарх… …   Православная энциклопедия

  • μονοθελητισμός — Χριστιανική αίρεση, σύμφωνα με την οποία ο Ιησούς είχε δύο φύσεις και μια θέληση. Ο Μ. θεωρείται απότοκος της προσπάθειας του αυτοκράτορα Ηράκλειου να συμβιβάσει τους μονοφυσίτες και τους ορθόδοξους χριστιανούς. Οι αυτοκρατορικές όμως… …   Dictionary of Greek

  • προοπτική — Στη γεωμετρία, η μέθοδος παράστασης των σχημάτων του χώρου με την προβολή τους σε ένα επίπεδο (σχέδιο) από ένα σημείο (κέντρο προβολής είτε όψης). Τέχνη. Mέχρι τον Μεσαίωνα ο λατινικός όρος perspectiva σήμαινε οπτική. Μόνο οι Φλωρεντινοί ζωγράφοι …   Dictionary of Greek

  • φύση — η / φύσις, εως, ΝΜΑ 1. το σύνολο τών φυσικών ιδιοτήτων, η σύσταση ή η κατάσταση ενός πράγματος (α. «δεν τό επιτρέπει η φύση τής χώρας» β. «τέτοια είναι η φύση τού πολιτεύματος» γ. «καί μοι φύσιν αὐοῦ [τοῦ φαρμάκου] ἔδειξεν», Ομ. Οδ. δ. «ἡ φύσις… …   Dictionary of Greek

  • Βώκος, Νικόλαος — (Ύδρα 1861 – Παλαιό Φάληρο 1902). Ζωγράφος. Απόγονος του Ανδρέα Μιαούλη, σπούδασε στο Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας, όπως ονομαζόταν τότε η σημερινή Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, και συνέχισε στο Μόναχο, με καθηγητές τον Νικόλαο Γύζη, τον Λεφτς και …   Dictionary of Greek

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”